(και χρόνια πολλά!)
Posts by γιώργος
Αλήθεια; AD&D; Εντυπωσιάστηκα!
Καθόταν στην είσοδο της σπηλιάς, αρκετά τρομοκρατημένος για να προχωρήσει και πολύ ενθουσιασμένος για να φύγει.
Και τώρα; αναρωτήθηκε.
Μάταιο δεν είναι το απραγματοποίητο, μοναχά ό,τι φαντάζει τεράστιο για να καταλήξει στη χούφτα σου μικρό και σκουριασμένο.
Γι' αυτό, σου λέω
δεν αξίζει,
ο αγώνας είναι ανώφελος
όταν στοχεύει στα μικρά.
Ένα ποτήρι μαύρο, ξινό αλκοόλ τρέχει στις φλέβες μου·
απόσταγμα από φυτό δίχως λουλούδια,
ένα κίτρινο αγκάθι που με τρυπά και με κοιμίζει.
Συνεχίζω στον ίδιο δρόμο, τρεκλίζοντας με τον ίδιο τρόπο, πονώντας στην ίδια ένταση.
Η πολιτεία είναι μαύρη και βρώμικη
κι ο αγέρας βρωμάει παρελθόν.
Μυστήριο πράγμα τελικά, το ποδήλατο και τα κορίτσια!
Η αγάπη είναι ένα χελιδόνι,
πάει
εκεί που πιο λίγο νυχτώνει…
Η αγάπη είναι άγριο ποτάμι
κι αν,
αν το φράξεις θα πεθάνει!
Καλή σου επιτυχία! Εύχομαι να βρεις μια εργασία που να σου προσφέρει μια ήρεμη καθημερινότητα, ασφάλεια και να καλύπτει τις ανάγκες σου για να ζεις όπως σου αρέσει, μετά την εργασία :)
Ο Πάβελ πεθαίνει στον βυθό της Θάλασσας του Μπάρεντς.
Το ’χει αποδεχτεί, λέει “δεν πειράζει” και “ας είναι” σαν να 'ταν κάτι ασήμαντο – τι νόημα έχει να παλεύεις για τ’ ανέφικτο;
Ο Πάβελ έχει ήδη πεθάνει· κι ας αναπνέει ακόμη ο κακομοίρης.
Άξιζε να ζήσω μια ζωή περιμένοντας εκείνο το απόγευμα.
Αυτή είναι η αξία του. Πως έχει τόσα μέσα του, κάθε γωνιά κι από κάτι, δάκρυ, γέλιο, σπαραγμό. Οι σανίδες, οι σοβάδες, τα τούβλα, τα κεραμίδια, οι πλάκες, τα μωσαϊκά· όλα τους φιλοξένησαν ζωή κι η ζωή δεν είναι καλή ή κακή.
Η ζωή είναι ό,τι έχουμε.
Vissi d'arte, vissi d'amore
Non feci mai male ad anima viva
Con man furtiva
Quante miserie conobbi, aiutai
---
Ζούσα για την τέχνη, ζούσα για την αγάπη,
Ποτέ δεν έβλαψα ζωντανή ψυχή.
Με χέρι το χέρι μου κρυφό
όσες δυστυχίες γνώρισα, βοηθούσα.
[...] σφιγγόταν μπροστά στην ομορφιά και την ασχήμια ισόποσα, η καρδιά του ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα κι όλοι τον συμβούλευαν πως έπρεπε ν’ αλλάξει αλλά τον χτυπούσαν στην πλάτη επαινώντας αυτή την καρδιά που τέλος πάντων ήταν σπάνια αλλά κανείς δεν ήθελε να ΄χει.
[...] πονούσε, πονούσε συνέχεια, πονούσε ακόμα και δίχως λόγο, όταν κοιμόταν μπρούμυτα ή όταν ξημέρωνε ή όταν ανθίζαν τα αρμυρίκια·[...]
Κάποιες μέρες θέλω να κρατήσω ενθύμια από κάθε στιγμή κι έτσι φωτογραφίζω τον καφέ δίπλα στις ράγες, δευτερόλεπτα πριν το ταξίδι.
Η πρώτη φωτογραφία μιας υπέροχης μέρας!
Μετά έρχονται άλλες μέρες, στάσιμες, πηχτές, μέρες αδιέξοδες.
Κι ο καφές αυτός, τόσο καιρό μετά, μου καίει τα χέρια.
Είμαστε ό,τι πιο ειλικρινές θα βρούμε ποτέ.
Έτσι μόνος, ένιωθα σαν ήρωας διηγήματος που δεν διάβασε ποτέ κανείς.
Τότε συνειδητοποίησα πως ήμουν νεκρός. Όχι εγώ. Το αγόρι που ήμουν κάποτε. Το μικρό παιδί με τα λεπτά ποδαράκια και τις φακίδες.
Δεν βρίσκω λόγια να σου εξηγήσω πόσο λυπήθηκα για εκείνο το παιδί.
Το απογοήτευσα.
Να σου πω κάτι παράξενο; Όπου και να πηγαίναμε, ήμασταν μόνοι μας.
Στο κέντρο μιας πορείας, στη σκηνή μιας συναυλίας, στο θέατρο, παντού, μόνοι μας. Λες και μας χώριζε μια φούσκα απ’ τους υπόλοιπους, μας απομόνωνε.
Υπήρχε μόνο εκείνη.
Κάθε φορά.
Ο κόσμος γύρω της, κάτι λιγότερο από θόρυβος.
Τη γνώρισα με την τυχαιότητα που αρμόζει στους μεγάλους έρωτες.
Για εκείνους λέτε; Ε λοιπόν, το δύσκολο είναι να σταματήσεις να βλέπεις τους ανθρώπους με τα μάτια σου και να τους δείς.
[...] έγινα μια τεράστια αγκαλιά και την κάλυψα ολόκληρη έτσι που να μην την βλέπει κανείς παρά μόνο εγώ κι ίσως κι εσύ·
αόρατη για τους υπόλοιπους,
σαν σπασμένο πιάτο στο μωσαϊκό,
σαν κορίτσι με εμπριμέ φόρεμα στη φορμάικα,
της υποσχόμουν πως μια μέρα θα επιστρέψει εδώ, μια μέρα ευτυχισμένη.
Θόλωσαν τα μάτια μου, έσπασε η φωνή της, γλιστρούσαμε στα πλακάκια, κόβοντας, ασθμαίνοντας, κρυώνοντας, μουδιάζοντας· ακολουθώντας αγκαλιασμένοι τους πιο μοναχικούς μας δρόμους.
[...] Τι θα έχει συμβεί στον κόσμο όταν ένας εξαιρετικός, ένας απίθανος κλέφτης βιβλίων, ποδηλάτων κι έρωτα μείνει άπραγος;